ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΔ, ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ (Άρθρα 5,21,22,25), ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

To μεγαλύτερο κεκτημένο της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001 αποτελεί αναμφίβολα το άρθρο 25 παρ. 1 Σ – το κοινωνικό κράτος, η επιτομή των κανόνων ερμηνείας του Συντάγματος στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων .

Ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί την αναθεώρηση του Συντάγματος στο επίπεδο των κοινωνικών δικαιωμάτων για Συνταγματική ρητορική και μόνο. Ειδικότερα όλες του οι προτάσεις στο κεφάλαιο των κοινωνικών δικαιωμάτων μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε μόνο ως «ρητορικές προσθήκες» όπως πολύ εύστοχα έχουν χαρακτηριστεί από τον Β. Βενιζέλο .

Γιατί όλα όσα προτείνονται σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα διασφαλίζονται ήδη με το υπάρχον Σύνταγμα, συνάγονται ερμηνευτικά από τις υπάρχουσες συνταγματικές διατυπώσεις και συμπληρώνονται ή εξειδικεύονται στο επίπεδο των διεθνών κειμένων όπως ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης ή με πλήθος κανονισμών και οδηγιών της ΕΕ .

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που όλη η νομολογία του ΣτΕ για την περικοπή των συντάξεων επικαλείται συνεχώς το κριτήριο του ορίου της αξιοπρεπούς διαβίωσης που συνιστά ισχύοντα συνταγματικό κανόνα, όπως προκύπτει από την ερμηνεία το 5.1 Σ. Όμως σε κάθε περίπτωση το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα πρέπει να διατυπωθεί ρητά πλέον στο Σύνταγμα ως ανάχωμα στην απόλυτη φτώχεια η οποία προσβάλει την ίδια την κοινωνική συνοχή.

Σε κάθε περίπτωση όμως η εφαρμογή κοινωνικών δικαιωμάτων που συνιστούν παροχές με δημοσιονομικό κόστος τελούν υπό την πραγματική προϋπόθεση της δημοσιονομικής δυνατότητας και κυρίως της δημοσιονομικής αντοχής και υπόστασης της χώρας.

Συνταγματικές ρητορείες, δημαγωγία και συνταγματικός λαϊκισμός κινδυνεύουν να μετατρέψουν το Σύνταγμα σε κείμενο διακηρυτικό χωρίς πρακτικό αντίκρισμα υπονομεύοντας την ίδια την νομική υπεροχή του.
Όταν μιλάμε για κοινωνικά δικαιώματα δεν μπορούμε να μην λάβουμε υπόψη τις δημοσιονομικές προϋποθέσεις άσκησης των κοινωνικών δικαιωμάτων (βλ. Ηλιοπούλου – Στράγγα) καθώς και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης όχι μόνο το ελληνικό αλλά και το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος έχει υποστεί μια βαθιά δοκιμασία. Είναι συνταγματική; Είναι νομική ; Είναι δημοσιονομική, χρηματοδοτική, δημογραφική ή είναι αναπτυξιακή;

Πιο έντονο παράδειγμα που ταλάνισε το ελληνικό κοινωνικό κράτος είναι η επιλογή της περικοπής των συντάξεων έναντι της πλήρους χρεωκοπίας και της στάσης πληρωμών. Τι προστατεύει στην περίπτωση αυτή το Σύνταγμα ή η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ;

Η νομολογία πάντως της τελευταίας δεκαετίας του ΣτΕ δικαιώνει την επιλογή των τότε κυβερνήσεων να αποφύγουν την άτακτη χρεοκοπία , ως επιλογή του «το μη χείρον βέλτιστον» ( ΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 2290/2015) .

Πως μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερη διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όταν δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας και χωρίς να μιλάμε για την ευθύνη των κοινωνικών εταίρων σε σχέση με την πορεία της χώρας και την ανάπτυξή της. Και ασφαλώς η μονομερής προσφυγή στην διαιτησία που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διασφαλίζει κάτι τέτοιο. Προτείνει την συνταγματική κατοχύρωση του ελάχιστου μισθού όταν δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την προστασία και στήριξη της επιχειρηματικότητας που δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας κ ανάπτυξης. Εκτός και εάν η εύρεση εργασίας λύνεται ως εξίσωση του κλασσικού μοντέλου κράτος -εργοδότης σε αυστηρά ελεγχόμενη κρατική οικονομία όπου το κράτος δημιουργεί τις θέσεις εργασίας. Τέτοιου είδους κρατικά μορφώματα έχουμε συναντήσει με διάφορες εκδοχές τις προηγούμενες δεκαετίες με τα γνωστά αποτελέσματα. Ένα τέτοιο φαραωνικό κράτος είναι αδύνατον να συντηρηθεί και να εγγυάται την δυνατότητα να τροφοδοτεί την ίδια στιγμή την ανάπτυξη και τις νέες θέσεις εργασίας.

ΙΙ. Αρθρ. 5 παρ. 2 Σ
«Κατοχύρωση απόλυτης προστασίας ζωής τιμής και ελευθερίας χωρίς διάκριση φύλου, ταυτότητας και σεξουαλικού προσανατολισμού.»

Οι υφιστάμενες κατοχυρωμένες συνταγματικές διατάξεις όπως η αρχή της ισότητας (άρθρ. 4 Σ), η αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (αρθρ 5 παρ. 1 Σ), η αρχή της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας ( αρθρ 5 παρ. 1 και 2 Σ), η αρχή της ισότητας κατά το 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνουν πλήρως την προστασία της ζωής, της τιμής και ελευθερίας χωρίς την επιφύλαξη οποιασδήποτε διάκρισης είτε ως προς το φύλο είτε ως προς την ταυτότητα, την εθνότητα, την θρησκεία , την ηλικία, ακόμη και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Οπότε θεωρείται πλεονασμός και ρητορεία η αναθεώρηση του αρθρ 5. 2 Σ με την ως άνω μορφή. ( βλ. 67/2018, Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου για το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού).
Το αναθεωρημένο Σύνταγμα θα πρέπει να είναι λιτό και να βάζει το γενικό πλαίσιο προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων

ΙΙΙ. Αρθρ. 21 παρ. 1 – το 25.4 της ΝΔ – υποχρέωση του Κράτους να μεριμνά για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών έσω ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και να ενθαρρύνει με θετικές δράσεις τον εθελοντισμό.

Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα έχει ήδη θεσμοθετηθεί στις υπόλοιπες 26 χώρες της ΕΕ σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο και με ποικίλες μορφές. Στην Ελλάδα το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα προέκυψε λόγω της οικονομικής κρίσης όταν πλέον η ανάγκη θεσμοθέτησής του γινόταν καθημερινά ολοένα ακόμη πιο επιτακτική .
Αξίζει δε να αναφερθεί ότι από το 1992 υπάρχει η σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης (92/441/ ΕΟΚ της 24ης Ιουλίου 1992) που είχε καλέσει τα μέλη της να προωθήσουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ως «θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα» επαρκών πόρων και παροχών που εξασφαλίζει την αξιοπρεπή ανθρώπινη διαβίωση.
Προτάθηκε δε στην Ελλάδα σε πιλοτική εφαρμογή με τον Νόμο 4093/2012 σε ορισμένες περιοχές της Επικράτειας.

Σήμερα ερχόμαστε εδώ να θεσμοθετήσουμε και την συνταγματική κατοχύρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ως κατοχύρωση της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Το ( αρθρ. 2 παρ. 1Σ) από το αρθρ. 5 που κατοχυρώνει την προσωπική ελευθερία και τη συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα απορρέει από την αρχή του κοινωνικού κράτους

Χώρας (αρθρ. 5Σ). Αποτελεί δε τη ratio όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων .
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ να συμπεριληφθεί το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα στο αρθρ. 21Σ χωρίς να το ονοματίζει αδικεί και απαξιώνει την αξία του κοινωνικού δικαιώματος επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο και σήμερα την αρνητική ψήφο του ΣΥΡΙΖA κατά την ψήφιση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην ελληνική Βουλή το 2012, χαρακτηρίζοντάς το ως «παγίδα φτώχειας».

Το δικαίωμα στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα λειτουργεί αμυντικά δηλαδή εμποδίζει τη μείωση των παροχών κάτω από ένα όριο το οποίο θα έθετε σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση του ατόμου και της οικογένειάς του. Μια στοχευμένη κοινωνική παροχή που χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια ώστε κανένας πολίτης να μην βρεθεί κάτω από το όριο της φτώχειας .
Σε άλλες χώρες καταβάλλεται ως διαφορά ανάμεσα στο ατομικό – οικογενειακό εισόδημα του δικαιούχου και ενσωματώνεται σε άλλους θεσμούς κοινωνικής προστασίας και σε άλλες χώρες ως ορισμένο ποσό-αυτόνομη παροχή, εφόσον τα εισοδήματα του δικαιούχου είναι κάτω από το νομοθετικά προσδιορισμένο όριο.
Στην Γαλλία π.χ. το Εισόδημα Ενεργού Αλληλεγγύης όπως λέγεται θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά το 2009 και προσδιορίζεται ως συμπλήρωμα του εισοδήματος από εργασία για τα άτομα με ανεπαρκές επαγγελματικό εισόδημα .
Εκείνο όμως που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα πρέπει να συνοδεύεται και από μια διαδικασία κοινωνικής επανένταξης και καταπολέμησης του αποκλεισμού ώστε να μην γίνει τρόπος ζωής. Θα πρέπει να έχει μεταβατικό χαρακτήρα και να συνοδεύετε από υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας και μέτρα προώθησης της απασχόλησης.

Αρθρ. 21 παρ. 3 – αναγνώριση κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία και υποχρέωσης του κράτους να παρέχει καθολική πρόσβαση σε αποτελεσματικές παροχές υγείας μέσω του ΕΣΥ

Το κοινωνικό δικαίωμα προστασίας της υγείας ορίζεται ως το δικαίωμα του ανθρώπου να του παρέχει το κράτος υπηρεσίες υγείας και να προβαίνει σε θετικές ενέργειες ώστε να διασφαλίζεται προληπτικά ή θεραπευτικά η ανώτερη σωματική ψυχική και διανοητική ευεξία του. Το άρθρο αυτό συνδυάζεται ευθέως με το αρθρ. 5 παρ. 2 που κατοχυρώνει το δικαίωμα στη ζωή.

Το υπάρχον αρθρ 21 παρ. 3 του Συντάγματος θεμελιώνει την υποχρέωση του Κράτους για την υγεία των πολιτών- δηλαδή υποχρέωση για λήψη θετικών μέτρων χωρίς να συνάγεται ότι το Κράτος έχει το μονοπώλιο της οργάνωσης και λειτουργίας της παροχής των υπηρεσιών υγείας ( ΣτΕ 1374/1997- δεν θεσπίζεται κρατικό μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών υγείας)
Το αρθρ 21 παρ. 3 καταλαμβάνει τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας ενώ οι ιδιωτικές υπηρεσίες κατοχυρώνονται με την συνταγματική προστασία της οικονομικής ελευθερίας (αρθρ. 5 παρ. 1), την ελευθερία άσκησης επαγγέλματος και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (αρθρ. 5 παραγρ. 1 Σ) αλλά την ελευθερία της εργασίας (αρθρ. 22 παρ. 1Σ) . Οι διατάξεις αυτές οριοθετούνται στο αρθ 106 Σ παρ. 1 και 2 που αναφέρονται στον συντονισμό της εθνικής οικονομίας προκείμενου να εξασφαλιστεί το γενικότερο συμφέρον του κράτους, η κοινωνική ειρήνη και η ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με γνώμονα την ελευθερία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την προστασία της εθνικής οικονομίας.
Με το αρθρ. 21 κατά την κρατούσα στην επιστήμη άποψη ο συντακτικός νομοθέτης δίδει την αρμοδιότητα στον κοινό νομοθέτη για να ρυθμίσει το κοινωνικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας . Ο νομοθέτης έχει από το σύνταγμα την υποχρέωση να προβεί σε ρυθμίσεις και συγκεκριμένα να μεριμνήσει για την προστασία της υγείας των πολιτών και να λάβει ειδικά μέτρα για ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού που χρειάζονται αυξημένη προστασία όπως είναι τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι υπερήλικοι, οι πολύτεκνοι κτλ.
Ήδη με τον νόμο 1397/1983 ιδρύθηκε και λειτουργεί το ΕΣΥ που κατοχυρώνει την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας στο σύνολο του πολιτών.

Εδώ παρατηρείται εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ μια προσπάθεια για συγκυριακή συνταγματική κατοχύρωση ενός αποκλειστικά κρατικού καθολικού προτύπου παροχής υγείας – μια εργαλειοποίηση του Συντάγματος για ιδεολογικούς λόγους. Το σύνταγμα δεν μπορεί να αποτυπώνει την ιδεολογική επιθυμία της εκάστοτε πλειοψηφίας αλλά θα πρέπει να είναι λιτό χωρίς αναχρονιστικές σκέψεις και ιδεοληψίες και φυσικά δεν μπορεί να αγνοεί την πραγματικότητα της λειτουργίας του μικτού συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας που κυριαρχεί στην Ελλάδα. Είναι φανερό ότι για τους κρατιστές του ΣΥΡΙΖΑ συγχέεται ο ρόλος και ο λόγος του δημόσιου με τον κρατικό χαρακτήρα του Εθνικού Συστήματος Υγείας, αφού αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η φύση του παρόχου ( κρατικού ή ιδιιωτικού) δεν μπορεί να αλλοιώνει τον δημόσιο χαρακτήρα του δικαιώματος στην υγεία.

Αρθρ. 21 Παρ. 7 Σ – προσθήκη παραγράφου 7 προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης του δημοσίου ελέγχου των βασικών κοινωνικών αγαθών , όπως το νερό και η ηλεκτρική ενέργεια , ώστε τα δίκτυα διανομής τους να υπόκεινται σε καθεστώς δημόσιας υπηρεσίας και να τελούν σε δημόσιο έλεγχο και προς την κατεύθυνση της κατοχύρωσης των κοινών αγαθών.

Με βάση τις αντιλήψεις για το κράτος και τις παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται σε αυτό έχουμε από την μία πλευρά την θεωρία ότι το κράτος θέτει τους κανόνες και διασφαλίζει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς ανεξάρτητα εάν ο πάροχος είναι το ίδιο το κράτος ή ο ιδιώτης, ενώ από την άλλη μεριά έχουμε την άποψη για ένα υδροκέφαλο κράτος που προσπαθεί να ελέγξει ανεπιτυχώς την παραγωγή και την εκμετάλλευση των αγαθών χωρίς να εγγυάται την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών προς τους πολίτες. Εμείς σαφώς επιλέγουμε την πρώτη εκδοχή.
Ο υποκριτικός λόγος αυτών που παραχωρούν κομμάτια των Οργανισμών Κοινής Ωφελείας είναι αφόρητα δημαγωγικός, αφού κινούνται σε επίπεδο συνταγματικής ρητορείας, «χαϊδεύοντας» απλώς κάποια αριστερά αντανακλαστικά, την ίδια στιγμή που ως κυβέρνηση οδηγούνταν στον δρόμο μιας ιδιόμορφης «αριστερής ιδιωτικοποίησης».

(Βλέπε τον νόμο 4336/2015, ΦΕΚ Α΄94, άρθρο 7 υποπαράγραφος Β2 «ρυθμίσεις για την ηλεκτρική ενέργεια» (σελ. 953) «1. Από 1.1.2020, καμία επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα και δίκτυο της χώρας, δεν επιτρέπεται να παράγει ή εισάγει σ’ αυτό, άμεσα ή έμμεσα, ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειας από εγχώριες μονάδες παραγωγής και εισαγωγές, σε ετήσια βάση.»
Ομοίως στην Παράγραφος Γ, 4.3, σελ 1029 «Ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις δικτύων (ενέργεια,μεταφορές, νερό)»: «σχεδιασμός δημοπρασιών ΝΟΜΕ, με στόχο να μειωθούν κατά 25% τα μερίδια λιανικής και χονδρικής αγοράς της ΔΕΗ και να πέσουν κάτω από το 50% έως το 2020, ενώ οι οριακές τιμές θα καλύπτουν το κόστος παραγωγής και θα συμμορφώνονται πλήρως με τους κανόνες της ΕΕ». Και παρακάτω: «Έως τον Οκτώβριο του 2015, οι αρχές: α) θα λάβουν μη αναστρέψιμα μέτρα (συμπεριλαμβανομένης της ανακοίνωσης της ημερομηνίας για την υποβολή δεσμευτικών προσφορών) για την ιδιωτικοποίηση της επιχείρησης μεταφοράς ηλεκτρικής ενεργείας, ΑΔΜΗΕ».
Όπερ και εγένετο καταρχήν με τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό του ΑΔΜΗΕ από την ΔΕΗ και στην συνέχεια την συμφωνία πώλησης του 24% στην κινεζικών συμφερόντων εταιρία State Grid μέσω της οποίας η εταιρία αυτή αποκτά δικαιώματα στη διοίκηση, μπορεί να μπλοκάρει αποφάσεις για μια σειρά από μείζονα ζητήματα, ενώ εφόσον αποφασιστεί περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της εταιρείας δικτύων, διατηρεί το δικαίωμα της πρώτης προτίμησης.
Να μην αναφερθούμε δε στην πώληση του 66% του ΔΕΣΦΑ ή στον τομέα των μεταφορών στην εκκωφαντική αναδίπλωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα των λιμένων και των αερολιμένων της χώρας.
Στον αντίποδα αυτών των υποκριτικών ακροβασιών, υπάρχουν δυνάμεις που υπηρετούν και πιστεύουν την κοινή λογική και τις σύγχρονες ανάγκες του Έλληνα πολίτη. Η ΝΔ συντάσσεται με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ως μια πολιτική δύναμη του κοινωνικού φιλελευθερισμού που προτάσσει τους όρους της ελεύθερης οικονομίας υπό κοινωνικό έλεγχο και κρατική εποπτεία.

IV. ‘Άρθρο 22 παρ. 1 : (Προστασία της εργασίας)

«H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ.»
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης στην εργασία αποτελεί ζήτημα μείζονος σημασίας και για τον λόγο αυτό η υπάρχουσα συνταγματική διάταξη ήδη απαγορεύει κάθε μορφής αδικαιολόγητη διάκριση ως προς την αμοιβή. Αλλά και η συνταγματική κατοχύρωση των ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων – (άρθρο 4 παρ. 2 Σ) – αποκλείει κάθε μορφής διάκρισης .
Παρόμοιες «άλλες διακρίσεις» στον εργασιακό χώρο είναι εκείνες που συνδέονται με την καταγωγή, τις πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, την αναπηρία κλπ.
Η συγκεκριμενοποίηση της απαγόρευσης διακρίσεως λόγω ηλικίας κρύβει έναν επικίνδυνο πλεονασμό αφού ουσιαστικά έτσι στοχοποιεί τις κυρίως μαστιζόμενες από την ανεργία ηλικίες, των νέων έως 25 ετών και των άνω των 50 ετών, με μοναδικό στόχο την εργαλειοποίηση του Συντάγματος προς όφελος κομματικών ιδεοληψιών. Περιορίζει δραστικά εργασιακές σχέσεις όπως για παράδειγμα αυτές του εκπαιδευόμενου και του δοκίμου, οι οποίες πλέον αναγνωρίζονται πλήρως σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

(Βλέπε «Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση». 16/4/2019, παράγραφοι 27, 28, 37 http://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TC1-COD-2017-0355_EL.pdf)

Αρθρ. 22 παρ. 2

«Mε νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία-ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ.»

Δεχόμαστε την αξία που το ίδιο το Σύνταγμα δίνει στην συλλογική αυτονομία, αλλά και την αξία της διαιτησίας.
Η δυνατότητα αυτορρύθμισης των συνδικαλιστικών οργανώσεων αποτελεί σημαντική έκφραση της σύγχρονης δημοκρατίας, του δικαιώματος του συνέρχεσθαι (12 παρ. 1 και 3 Σ), της ελευθερίας της έκφρασης ( 5.3Σ), της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας ( 5.1 Σ) . Οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων μπορούν να ρυθμίζουν απρόσκοπτα μέσω των ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων τις εργασιακές σχέσεις χωρίς την κρατική παρέμβαση.
Στο ίδιο πνεύμα άλλωστε κινούνται η ΕΣΔΑ (αρ.11), ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης (αρ. 6) και οι Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίες εγγυώνται τις αρχές των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η διαιτητική διαδικασία ως μηχανισμός ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, μέσω της μονομερούς προσφυγής των κοινωνικών εταίρων σε αυτή. Το υπάρχον σχήμα που πρέπει να διατηρηθεί είναι: ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και επικουρικά διαιτητική επίλυση των εργασιακών διαφορών.

Αρθρ. 22 παρ. 4

«Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται.
Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Xώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών. Η ΕΠΙΤΑΞΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΩΣ ΜΕΤΡΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΑΠΕΡΓΙΑΣ»

Η επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών ( ή αλλιώς όπως έχει επικρατήσει να λέγεται η «πολιτική επιστράτευση») και η προσφορά εργασίας στο πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης, (δηλ η κοινωνική εργασία) αποτελούν εξαιρέσεις στην απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας.

Η πλήρης κατάργηση της επίταξης στις λεγόμενες περιπτώσεις «κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης» σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζονται κίνδυνοι της κοινωνικής συνοχής και της εύρυθμης λειτουργίας της πολιτείας, ώστε να υπάρχει ένα έσχατο σημείο άμυνας σε ενδεχόμενες καταστάσεις έκτατης ανάγκης, όπως είναι ο πόλεμος, η επιστράτευση, οι αμυντικές ανάγκες της χώρας,οι θεομηνίες και οι λόγοι δημόσιας υγείας.
Μπορούμε όμως να συμμετάσχουμε στην προβληματισμό της επιστημονικής κοινότητας και ενδεικτικά αναφέρω τον καθηγητή Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο, ο οποίος στον σχολιασμό της νομολογίας σχετικά με την επίταξη των υπηρεσιών, θεωρεί ότι έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές ως μέσο αναστολής απεργιακών κινητοποιήσεων, με την επίκληση της απειλής δημόσιας υγείας. Αξιοσημείωτα παραδείγματα είναι οι αποφάσεις για την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών Ναυτικών ( 2010- ΣτεΟΛ 1623/2012) ,η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών στα μέσα μαζικής μεταφοράς ( 2013-ΣτΕΟΛ 1765/2015), η επίταξη προσωπικών υπηρεσιών εκπαιδευτικών(2013-ΣτΕ ΟΛ 1766/2014).
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις υπήρξε κριτική για υπέρβαση των άκρων ορίων της επίταξης στον βωμό μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Ακόμη όμως και εάν κατά καιρούς έχει υπάρξει υπέρβαση των άκρων ορίων του δικαιώματος επίταξης από την εκτελεστική εξαίσια δεν σημαίνει επουδενί ότι θα πρέπει να οδηγηθούμε στην κατάργηση της επίταξης. Αντιθέτως θα πρέπει να θωρακιστεί περαιτέρω η δικαστική εξουσία για να μπορεί να ασκεί τον έλεγχο της υπέρβασης των άκρων ορίων όταν και όπου επιβάλλεται.
Συνεπώς, θα πρέπει να είμαστε φειδωλοί με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών αποκλειστικά και μόνο στις συνταγματικά αναφερόμενες εξαιρέσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθεί η διάταξη. Έναντι της προστασίας της πολιτείας και του κοινωνικού συνόλου πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στην οργανωμένη Πολιτεία να χρησιμοποιεί ασφαλιστικές δικλείδες.

Αρθρ. 22 παρ. 5 – Κοινωνική ασφάλιση «το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων στην Ελλάδα εκδηλώνεται στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος .

Από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. προκύπτει ότι η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί σκοπό του κράτους, για την επίτευξη του οποίου παρέχεται στον κοινό νομοθέτη εντολή από το Σύνταγμα να εξειδικεύσει το περιεχόμενο του δικαιώματος της κοινωνικής ασφάλισης – χωρίς καμία συνταγματική διάκριση μεταξύ της προαιρετικής ασφάλισης που έχει ως βάση τη συμφωνία των ενδιαφερομένων και της υποχρεωτικής ασφάλισης που έχει ως έρεισμα το νόμο.

Ο κοινός νομοθέτης είναι αυτός που υποχρεούται να διαμορφώσει ένα πλαίσιο μηχανισμών, το οποίο να προάγει τη λειτουργία του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης.

Για την πραγμάτωση του συνταγματικού αυτού σκοπού, καθώς και για την εν γένει συγκρότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ο νομοθέτης διαθέτει περιθώρια πρωτοβουλίας αφού του αναγνωρίζεται η ελευθερία επιλογών τόσο προς τη μορφή όσο και την έκταση της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας, ακριβώς επειδή καθίσταται αναγκαία η διασφάλιση της «ανθεκτικότητας» του θεσμού απέναντι στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες και κοινωνικές ανάγκες.

Επίσης, η υπάρχουσα συνταγματική ρύθμιση δεν επιβάλλει καταρχήν συγκεκριμένους περιορισμούς στο επίπεδο του τρόπου οργάνωσης και διοίκησης των νομικών προσώπων που θα καταστούν φορείς της κοινωνικής ασφάλισης, καθώς τέτοια δέσμευση του κοινού νομοθέτη δεν απορρέει ούτε από το πνεύμα του Συντάγματος ούτε από τις γενικές αρχές που πηγάζουν από τις συνταγματικές διατάξεις με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή του κοινωνικού κράτους (αρθρ. 25 Σ).

Η μόνη δέσμευση που επέβαλε σχετικά με τη μορφή του ασφαλιστικού φορέα, εκεί όπου ο νόμος καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και θεσπίζει την υποχρεωτική καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς, είναι η παροχή της κοινωνικής ασφάλισης είτε μόνο από το κράτος είτε από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), πράγμα που ισχύει τόσο για την κύρια όσο και για την επικουρική κοινωνική ασφάλιση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η προαιρετική ασφάλιση, είτε σε αλληλοβοηθητικά ταμεία και ειδικούς λογαριασμούς, είτε σε ενώσεις προσώπων ακόμα και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.). Η προαιρετική ασφάλιση δεν βρίσκει συνταγματικό έρεισμα στο άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., αλλά στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι (άρθο12 παρ. 1-3 Συντ.) και στο δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.) σε συνδυασμό με το δικαίωμα προστασίας της περιουσίας (άρθρο 17 Συντ.) και του άρθρου 1 του πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η νομολογία επιτρέπει στο νομοθέτη να επεμβαίνει, χωρίς καμία διάκριση μεταξύ προαιρετικής και υποχρεωτικής ασφάλισης, στις συμφωνίες των μερών που αποτελούν τη βάση της λειτουργίας της προαιρετικής ασφάλισης, τροποποιώντας ή παραμερίζοντας τους όρους αυτούς, ιδίως όταν πρόκειται για οργανισμούς που λειτουργούν μεν ως ν.π.ι.δ., αντλούν δε τα έσοδά τους από εργοδοτικές εισφορές και άλλους κοινωνικούς πόρους ή επιχορηγήσεις.

Η προσπάθεια συνταγματικής επιβολής του τρόπου χάραξης της κοινωνικοασφαλιστικής πολιτικής είναι μια κλασσική ιδεοληπτική και αναχρονιστική αντίληψη ελέγχου των κοινωνικών, οικονομικών και αναπτυξιακών διεργασιών.

Η επίκληση κοινωνικής αλληλεγγύης και η συνταγματική επιβολή αναδιανεμητικού συστήματος τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση αφάνιζε 70.000 συντάξεις χηρείας αποτυπώνει τον υποκριτικό και δημαγωγικό λόγο ο οποίος προσπαθεί να περιβληθεί συνταγματικό τύπο.
Η εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της αποτελεσματικότητας της κοινωνικής ασφάλισης υπό το πρίσμα της διεθνούς πρακτικής των μικτών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης (αναδιανεμητικό – κεφαλοποιητικό) δείχνουν τις μεγάλες δυνατότητες και το εύρος της νομοθετικής αντιμετώπισης της κοινωνικής ασφάλισης. Είναι φανερό ότι ο κοινός νομοθέτης δεν πρέπει να περιορίζεται από το Σ στην εξεύρεση μιας βιώσιμης και ανθεκτικής σε βάθος χρόνου ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού.
Είναι φανερό ότι μια ιδεοληπτική και χρονικά συγκυριακή συνταγματική πρόβλεψη μπορεί να οδηγήσει στη δήθεν ιδεολογική καθαρότητα του συντακτικού νομοθέτη αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να οδηγήσει σε άδεια ασφαλιστικά ταμεία και σε κοινωνικό αδιέξοδο εκατομμύρια συνταξιούχων.

V. Αρ. 25 παρ. 3 Σ «H καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται».

Το Σύνταγμα ως υπέρτατος υπερασπιστής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι ο αποκλειστικός κανόνας που μπορεί να απαγορεύσει και την καταχρηστική άσκηση τους. Τα όρια ανάμεσα στη θεμιτή χρήση και στην αθέμιτη κατάχρηση είναι πολύ λεπτά και προκύπτουν από το σκοπό του συνταγματικού δικαιώματος που πρόκειται κάθε φορά να υπερακοντιστεί.
Επιπλέον, το αρ. 25 παρ. 2 προσδιορίζει θετικά την αποθετική έννοια της καταχρήσεως, με την έννοια ότι η ανάπτυξη κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος κατά τρόπο που δεν συνάδει με την κοινωνική πρόοδο μέσα στο πλαίσιο της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, αποτελεί κατάχρηση και απαγορεύεται.
Δανειζόμενος το παράδειγμα του καθηγητή Δαγκτόγλου ότι η απεργία που αποτελεί δικαίωμα προς διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων δεν μπορεί να ανατρέψει μια κυβέρνηση που συγκροτήθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με το Σύνταγμα, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι η «πολιτική απεργία» αποτελεί καταχρηστική άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας (αρ.23 Σ) και απαγορεύεται, ενώ κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται ως μέσο αντίστασης κατά οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με την βία (αρ. 120 παρ.4Σ).
Τα ίδια θα μπορούσαν να ειπωθούν και στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου (αρ.14 παρ.1 και 2 Σ). Η ασυδοσία στην κάθε μορφή ελευθερίας της έκφρασης εις βάρος του συνταγματικού δικαιώματος της προστασίας της προσωπικότητας (αρ.5 Σ), που περικλείει την τιμή, την ιδιωτική ζωή, την εικόνα, τα προσωπικά δεδομένα κλπ, αποσυνταγματικοποιεί τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Στην προαναφερόμενη σύγκρουση διαφορετικών συνταγματικών δικαιωμάτων, ενώ ουσιαστικά δεν παραβιάζεται καμία διάταξη ως προς το γράμμα του Συντάγματος αντίκειται στο συνολικό πνεύμα του και στο σκοπό του προστατευόμενου δικαιώματος.

Στην πραγματικότητα η έννοια της κατάχρησης δικαιώματος δεν περιορίζει το προστατευόμενο κάθε φορά δικαίωμα, αλλά επί της ουσίας το προσδιορίζει και το οριοθετεί στον συνταγματικό του χώρο.

Η κατάργηση της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου για αλόγιστη χρήση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων εις βάρος και άλλων συνταγματικών διατάξεων, όπως της αρχής της αναλογικότητας (αρ.25 παρ. 1).

VI. Eπίλογος

Δεν χωρά αμφιβολία ότι η Συνταγματική αναθεώρηση είναι μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία και έχουμε την ευκαιρία να προτείνουμε, να θεραπεύσουμε ατέλειες και δυσλειτουργίες.

Όμως αυτή η κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία εγκλωβίστηκε στις μικροπολιτικές στρεβλώσεις και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που η προηγούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξέφραζε και υπηρετούσε.

Και σήμερα, αφού χάσαμε την ευκαιρία να αναθεωρήσουμε άρθρα απαρχαιωμένα όπως το 16 αποφάσισαν να παίξουν φτηνά αντιπολιτευτικά παιχνίδια με το Σύνταγμα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί την αναθεώρηση για τους δικούς του λόγους, Πράττει ευκαιριακά και λαϊκίστικα, ενώ οι τοποθετήσεις του και στην νέα κοινοβουλευτική περίοδο επιβεβαιώνουν πόσα λάθη γλίτωσε και απέφυγε η ελληνική κοινωνία από τη εκλογική του ήττα.

Επικρίνουν την Νέα Δημοκρατία για νεοφιλελευθερισμό προσπαθώντας να λαϊκίσουν με το εύρος, την έκταση και την βαρύτητα των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Ακόμα περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει την αναθεώρηση παρωχημένα εφόσον επιζητά την τροποποίηση των άρθρων των κοινωνικών δικαιωμάτων όταν αρνείται την αναθεώρηση ατομικών , αντιμετωπίζοντας τα δικαιώματα με την ξεπερασμένη τυπική τους διάκριση σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά ενώ η αλληλεξάρτηση και η παραπληρωματικότητα τους είναι κοινώς αποδεκτά.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι εφόσον τα κοινωνικά δικαιώματα είναι οι εγγυήσεις για την παρέμβαση της πολιτείας στην κοινωνική ζωή και την εξασφάλιση όρων και προϋποθέσεων, ορίων και πεδίων παρέμβασης της πολιτείας στην κοινωνική ζωή, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τα ατομικά που αξιώνουν την αποχή της κρατικής εξουσίας αλλά ούτε και από τις χωροχρονικά οριοθετημένες δυνατότητες της πολιτείας να παρεμβαίνει.

Αλλά και το ίδιο το κοινωνικό κράτος αλλάζει, επανατροφοδοτείται από ανισότητες που αναδύονται μέσα από την οικονομική και κοινωνική σφαίρα και αλληλεπίδραση, μέσα από την συγκρότηση κάθε φορά της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Εμείς, η Νέα Δημοκρατία, επιδεικνύουμε για άλλη μια φορά θεσμική συνέπεια και εθνική ευθύνη.

Αγαπητοί συνάδελφοι συμβάλετε στην συνταγματική αναθεώρηση με οραματική ματιά στα πράγματα, στην κοινωνία μας, στους πολίτες, και κυρίως εσείς της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχετε μια ευκαιρία να συμβάλετε στην προάσπιση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των ελληνίδων και των ελλήνων εάν εξέλθετε της μικροπολιτικής του τώρα και με ευθύνη αντιμετωπίσετε τις προκλήσεις του αύριο.

Γιατί όταν ο Καστοριάδης έγραφε ότι «η μεγαλύτερη τρέλα του 20 αιώνα δεν είναι οι πόλεμοι αλλά η καταστροφή του οικοσυστήματος» δε φανταζόταν και με βεβαιότητα δεν προέβλεπε πόσο επίκαιρο είναι και στον 21 αιώνα ο φόβος του και πως αυτό θα αναδυόταν ως μέγιστο κοινωνικό αγαθό.

Είναι πλέον ιστορική ευθύνη της παρούσας Βουλής και καθενός μας ξεχωριστά, να αποδοθεί στον ελληνικό λαό ένα Σύνταγμα σύγχρονο, βαθιά δημοκρατικό και συναινετικό, δίκαιο και λειτουργικό, το οποίο να αποτελέσει εφαλτήριο και στήριγμα της πατρίδας μας στην κατάκτηση νέων οριζόντων μέσα στο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Ο πρωθυπουργός Κυριακός Μητσοτάκης με σαφήνεια και περιεκτικότητα ορίζει πλήρως την πεμπτουσία του νέου Συντάγματος.

«Το νέο σύνταγμα πρέπει να είναι λιτό χωρίς αναχρονιστικές διατάξεις, να διασφαλίζει την συνέχεια του Κράτους, να θωρακίζει την δικαιοσύνη».